Διαβάστε ένα απόσπασμα
Ο ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΣ ΞΥΠΝΗΣΕ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΚΡΟΤΟ ΦΩΤΙΑΣ και από μια ζέστη που αισθάνθηκε στο κορμί του. Είχε να ζεσταθεί βράδυ από τότε που ήταν στο παλάτι και τώρα, μισοκοιμισμένος και κατακουρασμένος, πήγε να απλωθεί για να ζεσταθεί ολόκληρος. Τότε κατάλαβε ότι ήταν δεμένος και μάλιστα χειροπόδαρα, και στο στόμα του είχε ένα μαντίλι.
Μα τί συμβαίνει;
Ξαφνικά, πίσω από τις φλόγες, σαν να έβγαινε από τη φωτιά, εμφανίστηκε μια κοπέλα. Δεν ήταν τρομακτική αλλά είχε κάτι απάνω της που την έκανε σοβαρή και φαινόταν ότι δεν ήρθε για να παίξει. Ήταν πολεμίστρια, γι’αυτό δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία.
Τώρα τον κοιτούσε από πάνω μέχρι κάτω δίχως να κουνιέται. Μόνο τα μάτια της, που γυάλιζαν και σπινθήριζαν όπως η φωτιά.
«Πες μου τώρα ποιος είσαι και τί ζητάς. Απάντα το καλό που σου θέλω».
Ο Ιουστινιανός δεν έβγαλε μιλιά. Ήταν από τον φόβο; Ήταν από κάτι άλλο; Δεν κούνησε τα χείλη του, ούτε καν σκέφτηκε.
«Πολύ καλά, εγώ μια φορά προσπάθησα. Πρωί πρωί θα σε σκοτώσουν. Μην με παρακαλάς μετά γιατί θα’ναι πολύ αργά». Αυτά είπε η Μυρτώ και πήγε να φύγει.
«Στάσου. Θα σου πω αλλά μην μου κάνεις κακό. Με λένε Ιουστινιανό και είμαι ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου», είπε το παλικάρι και την κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. Δεν μπορούσε να πει ψέματα ακόμα και να το ήθελε. Μια δύναμη μέσα στο μυαλό του επέλεξε να ειπωθεί μοναχά η αλήθεια.
Η Μυρτώ τον κοίταγε δίχως να αποκρίνεται. Ναι, της είχε πει την αλήθεια αλλά η κατάσταση ήταν πιο σοβαρή απ’ό,τι είχε φανταστεί…












Αξιολογήσεις
Δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση ακόμη.